μονομάχος


μονομάχος
[мономахос] ουσ. а. единоборец, дуэлянт,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μονομάχος" в других словарях:

  • μονομάχος — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονόμαχος — fighting in single combat masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονομάχος — (λατ. gladiator). Πρωταγωνιστής ενός θεάματος πάλης κατά ζεύγη, που ήταν πολύ δημοφιλές στη Ρώμη από τον 2o αι. π.Χ. Οι αγώνες αυτοί, πιθανότατα ετρουσκικής καταγωγής, γίνονταν στα αμφιθέατρα και είχαν, στην αρχή, νεκρώσιμο χαρακτήρα, συνδεόμενοι …   Dictionary of Greek

  • μονομάχος — ο, η 1. άτομο που συμμετέχει σε μονομαχία. 2. στην αρχαία Ρώμη, κατάδικος ή δούλος που μονομαχούσε στο θέατρο με άνθρωπο ή άγρια θηρία ώστε να διασκεδάσει το κοινό που παρακολουθούσε τη διαδικασία: Στο Κολοσσαίο της Ρώμης έχασαν τη ζωή τους… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μονομάχος, Μιχαήλ — (14ος αι.). Βυζαντινός στρατηγός που έδρασε στα χρόνια του Ανδρόνικου Γ’ Παλαιολόγου. Οι σύγχρονοι του τον θεωρούσαν άνθρωπο συνετό και έμπειρο στρατιωτικό. Διορίστηκε διοικητής της Θεσσαλονίκης. Το 1333, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του δεσπότη …   Dictionary of Greek

  • μονομάχοις — μονόμαχος fighting in single combat masc/fem/neut dat pl μονομάχος masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονομάχοισι — μονόμαχος fighting in single combat masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) μονομάχος masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονομάχον — μονομάχος masc/fem acc sg μονομάχος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονομάχου — μονόμαχος fighting in single combat masc/fem/neut gen sg μονομάχης masc gen sg μονομάχος masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονομάχους — μονόμαχος fighting in single combat masc/fem acc pl μονομάχος masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)